Μερικές ιστορίες για τον... δρόμο

Μπαμπά, ναι, εσύ μπαμπά, που ετοιμάζεσαι ή σκέφτεσαι πως κάπου εδώ πρέπει να αρχίσεις να ετοιμάζεσαι για τις καλοκαιρινές διακοπές, έχουμε νέα να σου πούμε. Όχι δεν πρόκειται να βοηθήσουμε στο κουβάλημα. Ούτε θα σου δώσουμε ιδέες για το ετήσιο Tetris με τις αποσκευές στο πορτμπαγκάζ, που πώς γίνεται και κάθε χρόνο όλο και δυσκολεύει. Δεν πρόκειται καν να σε βοηθήσουμε με τα ποδήλατα, τα πατίνια, τα σκέιτ, την αγαπημένη της κούκλα και το αγαπημένο του νεροπίστολο. Μπορούμε όμως να συνδράμουμε σε μια πιο χαλαρή οδήγηση  με τις ιστορίες για το πίσω κάθισμα.
Ιστορίες που φτιάχτηκαν στη συντριπτική τους πλειονότητα στον δρόμο, είτε με τον μπαμπά στη θέση του οδηγού είτε με τον μπαμπά και την κόρη να περπατάνε πλάι πλάι και να αποφεύγουν τις λακούβες στα πεζοδρόμια.
Δεν έχεις να κάνεις τίποτα, ούτε να δώσεις email ούτε τίποτα. Ούτε καν Like στο  Facebook χρειάζεται. Πιο δωρεάν από αυτό υπάρχει; Ακόμα και αν δεν ρίξεις ένα ευχαριστώ ή ένα σχόλιο εδώ από κάτω ή στη σελίδα στο Facebook δεν θα χαλαστούμε καθόλου. Αλλά μπορείς να πάρεις το αρχείο με τις ιστορίες (στο βολικό format του PDF), να το βάλεις σε ένα tablet και να το χρησιμοποιήσεις είτε εσύ κάποια στιγμή που θα αναζητάς έμπνευση με τα πιτσιρίκια λίγο πριν κάνουν την εμφάνισή τους τα πεφταστέρια είτε το έτερον ήμισυ κατά τη διάρκεια του ταξιδιού (υποθέτοντας πως μιλάμε για οδικό ταξίδι και είσαι εσύ ο οδηγός, σε αντίθετη περίπτωση θα κάνετε φυσικά τις αντίστοιχες προσαρμογές).
Και καλές διακοπές!
Photo credit: Flickr / mendhak


Σαν βωβός κινηματογράφος

Βλέμμα στον κεντρικό καθρέφτη, περιμένοντας στο φανάρι... Στο πίσω αυτοκίνητο, ένα Polo 15ετίας ίσως και λίγο πιο παλιό, ένας μπαμπάς στη θέση του οδηγού μιλάει με την κόρη του, θα'ναι δεν θα'ναι 4 χρονών, που'ναι δεμένη στο πίσω κάθισμα.
Δεν υπάρχει ήχος, μόνο εικόνα. Ο μπαμπάς ανοίγει τα χέρια του, τεντώνει το κεφάλι του να δει τη συνομιλήτριά του από τον δικό του κεντρικό καθρέφτη. Σαν να της δείχνει κάτι "είναι περίπου τόσο"... Εκείνη ανταποκρίνεται, προσπαθεί να αντιληφθεί το μέγεθος, ανοίγει τα χέρια της...
Ο μπαμπάς σηκώνει το αριστερό του χέρι, σφίγγει και ξανανοίγει τα δάχτυλά του... Η μικρή τον μιμείται και με τα δύο της χέρια, τρεις γροθιές που ανοίγουν και κλείνουν.
Κινήσεις των χεριών, κάτι σαν αυτοσχέδιο κουκλοθέατρο μέσα σε ένα αυτοκίνητο, σε ένα φανάρι...
Να μιλάνε για μια περιπέτεια; Για ένα καθημερινό αντικείμενο; Για ένα κόλπο στη θάλασσα ή με το ποδήλατο;
Εχω χαμηλώσει το ραδιόφωνο, μήπως και ο ήχος περάσει από τα παρμπρίζ, γλιστρήσει ανάμεσα στον θόρυβο από τα ανυπόμονα μηχανάκια και φτάσει στο ανοιχτό μου παράθυρο.
Τίποτα δεν πιάνει. Είμαι ο μόνος θεατής μιας άηχης παράστασης που δεν τη νοιάζει να έχει θεατές. Σαν να μπήκα στα κρυφά σε ένα θέατρο την ώρα της πρόβας.
Μπορεί μια από τις ιστορίες για το πίσω κάθισμα να γεννιέται αυτή τη στιγμή. Στο λίγο που κρατάει το κόκκινο φανάρι στο τσιμεντένιο δαχτυλίδι της Κηφισίας με την Αττική Οδό.
Μια κόρνα κατεβάζει την αυλαία της παράστασης... Πράσινο... "Και έζησαν αυτοί καλά..."
 
Photo: Flickr / Eleni Preza


Το τρίο τζιτζίκια και κάτι μέρμηγκες

Ηταν μια φορά ένας τζίτζικας που τραγουδούσε σκαρφαλωμένος σε ένα δέντρο στο κέντρο του δάσους. Ολη μέρα έπαιζε μουσική με το βιολί του τον άκουγαν και χαιρόταν τα ζώα του δάσους και οι περαστικοί. Μια μέρα βλέπει τον μέρμηγκα να κουβαλάει ένα μεγάλο ψίχουλο.
- Μέρμηγκα, δεν έρχεσαι πάνω να παίξουμε λίγη μουσική μαζί;
- Οχι τζίτζικα, έχω δουλειά δεν βλέπεις;
- Κάθε μέρα δουλειά έχεις, κάνε και ένα διάλειμμα.
- Οχι, σε λίγο θα έρθει ο χειμώνας και πρέπει να γεμίσω την αποθήκη μου φαϊ για το χειμώνα.
- Μα έλα σε παρακαλώ, τον ξαναπροσκάλεσε ο τζίτζικας.
Ο μέρμηγκας όμως αρνήθηκε και συνέχισε να σέρνει το ψίχουλο μέχρι τη φωλιά του. Ο τζίτζικας συνέχισε να παίζει μουσική και ο καιρός περνούσε. Γρήγορα ήρθε ο χειμώνας και ο τζίτζικας άρχισε να κρυώνει. Ο καιρός όλο και αγρίευε. Τα φύλλα από τα περισσότερα δέντρα είχαν πέσει και ο τζίτζικας δεν είχε πια τίποτα να φάει. Πεινασμένος και παγωμένος από το κρύο κατέβηκε μέχρι τη φωλιά του μέρμηγκα και χτύπησε την πόρτα. Ο μέρμηγκας φώναξε από μέσα.
- Ποιος είναι στην πόρτα;
- Εγώ, ο τζίτζικας. Κρυώνω και δεν βρίσκω τίποτα για φαγητό, μήπως έχεις να μου δώσεις κάτι να γεμίσω την κοιλίτσα μου;
- Ολο το καλοκαίρι έπαιζες μουσική και δεν είχες μυαλό για τίποτε άλλο. Τώρα, χόρευε! απάντησε ο μέρμηγκας χωρίς καν να ανοίξει την πόρτα.
- Μα, διαμαρτυρήθηκε ο τζίτζικας, εγώ είμαι μουσικός. Ολο το καλοκαίρι έπαιζα με το βιολί μου για να χαίρεσαι και εσύ και όλα τα ζώα του δάσους.
- Δεν με νοιάζει, δεν μου άρεσε άλλωστε ποτέ η μουσική σου, απάντησε ο μέρμηγκας.
Απογοητευμένος ο τζίτζικας έφυγε. Είχε αρχίσει να πιάνει βροχή και να μουσκεύει τα φτερά του. Παγωμένος, πεινασμένος και βρεγμένος περπατούσε στο λασπωμένο χώμα και συνάντησε λίγο πιο κάτω άλλους δύο τζίτζικες.
- Τι κάνετε παιδιά; Βρήκατε τίποτα να φάτε; τους ρώτησε.
- Πού τέτοια τύχη, απάντησαν αυτοί. Χτυπήσαμε την πόρτα στους μέρμηγκες εδώ λίγο πιο πάνω αλλά ούτε την πόρτα δεν καταδέχτηκαν να ανοίξουν.
Απελπισμένοι και τρεμουλιάζοντας από το κρύο συνέχισαν μαζί να ψάχνουν για φαγητό και για μια ζεστή γωνιά. Ξαφνικά, βλέπουν  σε ένα δέντρο, κάτω από ένα χοντρό κλαδί του μια χελιδονοφωλιά. Τα χελιδόνια είχαν φύγει μαζί με άλλα πουλιά του δάσους για πιο ζεστά μέρη. Οι τρεις τζίτζικες δεν το σκέφτηκαν και πολύ. Σκαρφάλωσαν και μπήκαν στη χελιδονοφωλιά. Για μεγάλη τους έκπληξη βρήκαν αρκετούς σπόρους, καθώς και πούπουλα που είχαν πέσει από τα πουλιά και, μάλλον, και από τα παιδιά τους. Τα μάζεψαν και έφτιαξαν ένα παχύ στρώμα και μια χοντρή κουβέρτα. Επιτέλους, λίγη ζέστη!Τσιμπολόγησαν λίγους σπόρους, μασούλησαν και λίγα φύλλα και περνούσαν τις μεγάλες νύχτες κάτω από την κουβέρτα μιλώντας για μουσική και για την αγαπημένη τους εποχή, το καλοκαίρι.
Το χοντρό κλαδί πάνω από τη χελιδονοφωλιά τους προστάτευε από τη βροχή και το χιόνι και έτσι οι τρεις τζίτζικες πέρασαν τον χειμώνα. Την άνοιξη τα χελιδόνια επέστρεψαν και μαζί και εκείνα που είχαν φτιάξει τη φωλιά. Φανταστείτε την έκπληξή τους όταν είδαν τους τζίτζικες κάτω από την πουπουλένια κουβέρτα.
- Συγγνώμη που μπήκαμε στο σπίτι σας, είπαν τα τρία τζιτζίκια με μια φωνή. Αλλά κρυώναμε και δεν ξέραμε πού αλλού να πάμε. Προσέξαμε πάρα πολύ και δεν κάναμε καμία ζημιά!
- Μα τι λέτε τώρα, απάντησαν τα χελιδόνια. Χαρά μας που μπορέσατε να βολευτείτε!
- Σας ευχαριστούμε πολύ, είπαν τα τζιτζίκα. Τώρα που έφτιαξε και ο καιρός δεν χρειάζεται άλλο να μείνουμε εδώ. Να, αν θέλετε, κρατήστε την κουβέρτα και το στρώμα για τα μωράκια σας όταν γεννηθούν.
- Ω μας σας ευχαριστούμε πολύ! Αλήθεια, όμως, πώς βρεθήκατε στη φωλιά μας; ρώτησαν τα χελιδόνια όλο περιέργεια.
Τα τζιτζίκια εξιστόρησαν την περιπέτειά τους και τα χελιδόνια στενοχωρήθηκαν πολύ με τους άκαρδους μέρμηγκες. Γρήγορα, χελιδόνια και τζιτζίκια έγιναν φίλοι. Εκείνο το καλοκαίρι, πέρασε με τα τζιτζίκια να παίζουν τα βιολιά τους νανουρίζοντας τα μωρά-χελιδόνια που είχαν γεννηθεί στο μεταξύ. Ολα τα ζώα και όλοι οι άνθρωποι χαιρόταν με τους ήχους της μουσικής, εκτός βέβαια από τους μέρμηγκες. Αυτοί συνέχισαν βέβαια να μαζεύουν προμήθειες για τους χειμώνες που τους περνούσαν όμως μόνοι, καθώς κανείς δεν ήθελε να έχει για φίλο του κάποιον που δεν φέρεται με συμπόνοια και κατανόηση.
Οσο για τζιτζίκια έγιναν γρήγορα διάσημοι για το πόσο όμορφα έπαιζαν βιολί και η φήμη τους εξαπλώθηκε στα γειτονικά δάση. Είναι εύκολο να βρεις πού είναι. Απλά, ακολούθησε τον ήχο της μουσικής τους, θα τους βρεις πάνω από τη χελιδονοφωλιά, χαρούμενους και γεμάτους όρεξη για να παίζουν μουσική για όλους μας.
Photo credit / Jason Samfield


Βρε το Μεγαθήριο!

Είτε μυθολογικά είτε παλαιοντολογικά είτε ιστορικά είτε μεταφορικά είτε κυριολεκτικά, το ξέρουμε ότι σας αρέσουν. Μιλάμε για τα Θηρία και τα Τέρατα. Και ποιο παιδί δεν έχει ρωτήσει ή δεν θέλει να ακούσει ιστορίες με τέρατα που πια δεν υπάρχουν ή και που δεν υπήρξαν ποτέ παρά μόνο στα παραμύθια.
Δράκοι και δεινόσαυροι έρχονται βέβαια πάντοτε πρώτα, όμως εκείνα που έχουν πραγματικό ενδιαφέρον είναι τα σπάνια, εκείνα για τα οποία δεν έχουμε ακούσει ή διαβάσει πολλά και που τα ανακαλύπτουμε τυχαία σε κάποιο βιβλίο ή στο internet.
Μια τέτοια, δική μας "ανακάλυψη" είναι το Μεγαθήριο. Πρόκειται για θηλαστικό και ανήκει στο γένος των νωδών, το οποίο έχει εκλείψει. Οπως ψάξαμε και βρήκαμε, το Μεγαθήριο ήταν ευρέως διαδεδομένο στη Νότια Αμερική κατά την πλειστόκαινο εποχή, ενώ απολιθώματά του που έχουν βρεθεί υποδεικνύουν ότι εξαφανίστηκε κατά την περίοδο της άφιξης των πρώτων Ευρωπαίων εξερευνητών στον Νέο Κόσμο.
Το Μεγαθήριο έφτανε σε μήκος τα 5,5 μ. και πιθανόν ζύγιζε αρκετούς τόνους. Τα πίσω άκρα του, όπως και η ουρά, ήταν ισχυρά, ενώ τα πρόσθια ήταν λεπτά και ευκίνητα· το ζώο πιθανότατα στήριζε το σώμα του τον περισσότερο καιρό στα πίσω πόδια και στην ουρά και χρησιμοποιούσε τα μπροστινά πόδια για τη σύλληψη της τροφής του, η οποία αποτελείτο από φύλλα δένδρων. Ναι, δεν ξέρουμε πόσο άκακα ήταν στην πραγματικότητα όμως αυτά τα θηρία έτρωγαν φυλλαράκια σαν τις κατσικούλες.
Ένα από τα πιο γνωστά είδη είναι το μεγαθήριο του Κιβιέ (Megatherium cuvieri), το οποίο έζησε στις αρχές της τεταρτογενούς περιόδου και είχε διαστάσεις λίγο μικρότερες από αυτές του σημερινού ελέφαντα.
Ο πιο καλά διατηρημένος σκελετός του Μεγαθήριου βρέθηκε στην Πάμπα της Αργεντινής το 1788 από τον Μάνουελ Τόρες και μεταφέρθηκε στη Μαδρίτη. Ενας άλλος σκελετός Μεγαθήριου βρίσκεται στο Βρετανικό Μουσείο από το 1850 χωρίς ποτέ να έχει εκτεθεί.
Αν σας ενδιαφέρουν τα θηρία εκείνης της μακρινής εποχής προτείνουμε την "Προϊστορική εγκυκλοπαίδεια: Μεγαθήρια" (εκδ. Πατάκη 2008) των Ρόμπερτ Σαμπούντα, Μάθιου Ράινχαρτ με 32 αναδυόμενα πανοράματα.
Μέσα στις σελίδες της καραδοκούν τρομακτικά αιλουροειδή με δόντια σαν σπαθιά, αρκούδες με ύψος μεγαλύτερο από μπασκέτα και ο αγαπημένος ήρωας της εποχής των παγετώνων: το μαλλιαρό μαμούθ.
Προϊστορικά θηλαστικά που μοιάζουν με γέτι, πουλιά που σήμερα έχουν εξαφανιστεί και γιγάντιες ιπτάμενες σαύρες, όλα ζωνταντεύουν σε αυτόν το θεαματικό τόμο της εξαιρετικής σειράς "Προϊστορική Εγκυκλοπαίδεια". Εδώ οι πρωτοπόροι στα αναδυόμενα πανοράματα Ρόμπερτ Σαμπούντα και Μάθιου Ράινχαρτ παρουσιάζουν τους τιτάνες του αρχαίου κόσμου, προσφέροντας στους αναγνώστες την ευκαιρία να ρίξουν μια ματιά στα εκπληκτικά μεγαθήρια που κατοικούσαν τη Γη πριν από μας.

 


Η δίκη του λύκου

Τα ζώα του δάσους ταράχτηκαν πάρα πολύ όταν έμαθαν το επεισόδιο στο σπίτι της γιαγιάς της κοκκινοσκουφίτσας. “Αυτός ο λύκος όλο ρεζίλι μας κάνει” έλεγαν και ζήτησαν από τη σοφή κουκουβάγια να ορίσει δικαστήριο, να μαζευτούν όλα τα ζώα και να έρθουν και η γιαγιά, η Kοκκινοσκουφίτσα, ο ξυλοκόπος και, βέβαια, ο λύκος ως κατηγορούμενος, να δούμε επιτέλους τι συνέβη.
Μαζεύτηκαν όλοι στο μεγάλο ξέφωτο, όμως ο λύκος δεν ήταν πουθενά. Η κουκουβάγια είχε αρχίσει να χάνει την υπομονή της όταν από μακριά ο λύκος επιτέλους εμφανίστηκε. Ηταν να τον βλέπεις και να τον λυπάσαι. Με μαδημένη πλάτη, με το ένα του πόδι δεμένο με επιδέσμους, το κεφάλι του επίσης. Πιο αξιοθρήνητο κατηγορούμενο δεν μπορούσαν να θυμηθούν τα ζώα του δάσους. Της αλεπούς της ξέφυγε ένα “βρε τον κακομοίρη” αλλά μαζεύτηκε αμέσως όταν την κοίταξε βλοσυρά το αγριογούρουνο.
Πρώτη κατέθεσε η γιαγιά.
- Τι να σας πω, χτύπησε η πόρτα και σηκώθηκα ν’ανοίξω. Με το που είδα τον λύκο τρόμαξα, έβαλα τις φωνές και κρύφτηκα στην ντουλάπα. Μετά από λίγο άκουσα κουβέντες αλλά δεν ακούω και καλά, νομίζω η εγγονή μου η Κοκκινοσκουφίτσα ήταν που μιλούσε με τον λύκο. Ε, μετά άκουσα φασαρίες, πιάτα, ποτήρια να σπάνε και μετά η εγγονή μου ήρθε και χώθηκε και αυτή μέσα στην ντουλάπα. Μετά άκουσα την πόρτα ν’ανοίγει, μάλλον ήταν ο ξυλοκόπος, που περιποιήθηκε τον παλιολύκο και μας άνοιξε. Αυτά ξέρω...
Μετά μίλησε η Κοκκινοσκουφίτσα.
- Συνάντησα τον λύκο πηγαίνοντας για τη γιαγιά με το καλαθάκι που μου είχε δώσει η μαμά μου. Με ρώτησε πού πήγαινα και του απάντησα, αν και θα πρέπει να σας πω πως όπως τον είδα τρόμαξα λίγο. Οταν έφτασα στο σπίτι της γιαγιάς η πόρτα ήταν ανοιχτή. Τη συνέχεια, νομίζω, την ξέρετε. Ο λύκος είχε ξαπλώσει στο κρεβάτι φορώντας τη νυχτικιά της γιαγιάς αλλά δεν το κατάλαβα, νόμιζα πως ήταν η γιαγιά και όταν είπα “γιαγιά τι μεγάλο στόμα που έχεις” σηκώθηκε να με φάει. Ετρεξα και εγώ και μπήκα στην ντουλάπα. Μετά, τα πράγματα έγιναν όπως σας τα είπε η γιαγιά μου για τον ξυλοκόπο...
Υστερα ήρθε η σειρά του ξυλοκόπου.
- Ακουσα τις φωνές της γιαγιάς και της κοκκινοσκουφίτσας και έτρεξα να δω τι συμβαίνει. Βρήκα τον λύκο έξω από την ντουλάπα. Τον έπιασα από την ουρά και του έριξα δυο τρεις γερές ξυλιές στο κεφάλι και στην πλάτη με τη μαγκούρα της γιαγιάς. Θα τον έκανα χαλάκι για το σαλόνι αλλά μετά κατάλαβα πως κάποιος ήταν στην ντουλάπα και πήγα να ανοίξω. Ε, βρήκε τρόπο στο μεταξύ ο λύκος να ξεφύγει. Αλλά δεν ξεμπέρδεψα μαζί σου, είπε γυρίζοντας προς τον λύκο που ανατρίχιασε.
Τα ζώα παρακολουθούσαν με προσοχή και ψιθύριζαν μεταξύ τους πως ο λύκος δεν θα γλίτωνε την καταδίκη. Η κουκουβάγια μπορεί να τον υποχρέωνε να μαζεύει φρούτα για όλα τα ζώα του δάσους για έναν ολόκληρο χρόνο ή, ακόμα χειρότερα, να τον έδιωχνε από το δάσος.
Τότε, ήρθε και η σειρά του λύκου να απολογηθεί.
- Δεν ξέρω τι λένε η γιαγιά, η κοκκινοσκουφίτσα και ο ξυλοκόπος. Εγώ δεν ήθελα να φάω κανέναν. Κατ’αρχήν η γιαγιά είναι μεγάλη σε ηλικία και έχει σκληρό κρέας. Επειτα, ξέρω πόσο την αγαπάνε τα μισά ζώα του δάσους. Την Κοκκινοσκουφίτσα επίσης, άσε που είναι μια σταλιά άνθρωπος τι να φάω από αυτή...
- Και γιατί σταμάτησες την Κοκκινοσκουφίτσα όταν αυτή πήγαινε στη γιαγιά; ρώτησε η κουκουβάγια.
- Από ενδιαφέρον. Εκανε και κρύο εκείνη τη μέρα. Αλλιώς η Κοκκινοσκουφίτσα δεν θα φορούσε την κόκκινη κάπα της. Σκέφτηκα, λοιπόν, τι κάνει ένα κοριτσάκι μες στο δάσος μια τόσο κρύα μέρα. Από ενδιαφέρον ρώτησα, επανέλαβε ο λύκος.
Τα ζώα σταμάτησαν να σιγοψιθυρίζουν μεταξύ τους.
- Ωραία, έστω πως είναι έτσι. Στη γιαγιά γιατί όρμησες τότε;
- Δεν όρμησα, απάντησε ο λύκος. Κρύωνα και πεινούσα. Η κοκκινοσκουφίτσα είχε ένα καλάθι μαζί της και σκέφτηκα να κάνω παρέα στη γιαγιά μήπως μου δώσει κανένα μεζέ.
- Ναι αλλά την τρόμαξες.
- Δεν φταίω εγώ, αλλά κυρία κουκουβάγια δεν ήταν και η πρώτη φορά που μ’έβλεπε. Τόσα χρόνια ζει στο δάσος...
- Και τότε γιατί ξάπλωσες στο κρεβάτι φορώντας μάλιστα τη νυχτικιά της;
- Εντάξει, αυτό που έκανα ήταν λάθος. Οταν μπήκε η γιαγιά στην ντουλάπα είπα πως μπορεί να θέλει να μείνει εκεί, δεν ξέρω ακριβώς τι συνήθειες έχουν οι άνθρωποι, εγώ, λύκος είμαι. Εκανε ζέστη στο σπιτάκι, είδα τη νυχτικιά, κρύωνα ακόμα, τη φόρεσα και ξάπλωσα να δω τι είναι πια αυτό το κρεβάτι που όλο το ακούω και δεν το βλέπω. Και εκεί με πήρε ο ύπνος.
- Και μετά τι έγινε; ρώτησε η κουκουβάγια που είχε αρχίσει να ενδιαφέρεται όλο και πιο πολύ...
- Μετά κάποιος άρχισε να με σκουντάει. Εβλεπα και ένα ωραίο όνειρο πως έτρωγα μπριζόλες. Ανοίγω τα μάτια και βλέπω την Κοκκινοσκουφίτσα. Γιαγιά γιατί έχεις μεγάλα μάτια και γιατί έχεις μεγάλα αυτιά άρχισε να με ρωτάει. Είπα και εγώ πως έχω μεγάλα μάτια για να βλέπω καλύτερα και μεγάλα αυτιά για να ακούω καλύτερα μήπως και μ’αφήσει να κοιμηθώ πάλι.
- Και μετά; ξαναρώτησε η κουκουβάγια.
- Πρώτα πρώτα κυρία κουκουβάγια να ρωτήσω εγώ κάτι. Πρώτη φορά έβλεπε τη γιαγιά της η Κοκκινοσκουφίτσα και δεν ήξερε τι μάτια και τι αυτιά έχει; Πού το είχε το μυαλό της; Υποψιάζομαι στην πίτα που είχε στο καλαθάκι.
- Αστα αυτά και συνέχισε, του είπε αυστηρά η κουκουβάγια.
- Καλά καλά.... Ε, πάνω που έχει αρχίσει να με παίρνει και πάλι ο ύπνος στο μαλακό ζεστό κρεβάτι της γιαγιάς με ξανασκουντάει η Κοκκινοσκουφίτσα και μου φωνάζει μες στο αυτί: “Γιατί έχεις μεγάλο στόμα;” Εκεί δεν άντεξα, λύκος είμαι, “για να σε φάω” της απάντησα. Δεν ήθελα να τη φάω, να την τρομάξω ήθελα και να μ’αφήσει ήσυχο να τρώω τις μπριζόλες στο όνειρό μου. Τη συνέχεια την ξέρετε. Εβαλε τις φωνές, σηκώθηκα να την ηρεμήσω, τότε κατάλαβε πως δεν είμαι η γιαγιά και χώθηκε στην ντουλάπα τσιρίζοντας. Πριν προλάβω να καταλάβω τι γίνεται και πού εξαφανίστηκε, μπηκε ο ξυλοκόπος και με σακάτεψε στο ξύλο.
- Δηλαδή δεν ήθελες να φας τη γιαγιά;
- Οχι κυρία κουκουβάγια, κατ’αρχήν η γιαγιά δεν τρώγεται. Και έπειτα την αγαπάνε τα μισά ζώα του δάσους εδώ πέρα.
- Ούτε την Κοκκινοσκουφίτσα;
- Τι να χορτάσω κοτζάμ λύκος από ένα κοριτσάκι τόσο δα;
Τα ζώα άρχισαν και πάλι να μιλάνε μεταξύ τους. Μια βουή σηκώθηκε στο ξέφωτο. Ξεχώριζες σκόρπιες λέξεις “ο καημένος ο λύκος”, “ο φουκαράς ο λύκος”, τέτοια πράγματα. Η αλεπού, μάλιστα, είχε βάλει τα κλάματα από τη συγκίνηση. Μαζί της έκλαιγε και το αγριογούρουνο. Η κουκουβάγια έξυνε το κεφάλι της με αμηχανία. Τότε, μίλησε πάλι ο ξυλοκόπος.
- Νομίζω κυρία κουκουβάγια πως πρόκειται για παρεξήγηση. Είναι αλήθεια πως η Κοκκινοσκουφίτσα είναι πολύ μικρή για να θέλει να τη φάει ο λύκος. Εδώ που τα λέμε, τόσα χρόνια στο δάσος και εγώ, ποτέ δεν είδα τον λύκο να ορμάει σε άνθρωπο μεγάλο ή μικρό. Για τη γιαγιά, δεν ξέρω, αλλά για να το λέει ο λύκος... Εγώ νομίζω πως πρέπει να τον αθωώσεις κυρα-κουκουβάγια. Λόγω αμφιβολιών, που λένε... Και, ίσως, η γιαγιά να τον αφήνει πότε πότε τις κρύες  μέρες να κάθεται κοντά στη σόμπα. Μόνη της αυτή, μόνος του και ο λύκος θα κάνουν και λίγη παρέα. Οσο για μένα, είπε, γυρίζοντας στον λύκο, συγγνώμη βρε λύκε για το ξύλο που σου έριξα. Δεν το ήθελα....
Και έτσι, ο λύκος αθωώθηκε. Εφυγε από το δικαστήριο του δάσους παρέα με τον ξυλοκόπος που στον δρόμο τον κέρασε λίγο παστό, τη γιαγιά που τον κοίταζε και του’λεγε “είσαι αγριευτικός όμως τρομάρα σου” και γελούσε και την Κοκκινοσκουφίτσα που του χάιδευε την πονεμένη του πλάτη και του υποσχόταν πως την επόμενη φορά που θα βρεθεί στο δάσος θα του έχει δυο μπιφτέκια έκπληξη....
Photo credit: Flickr / Priscilla Santana


Η αδελφή μου κι εγώ

"Στην σύντομη ιστορία Εγώ και η αδελφή μου γίνεται μια πρωτότυπη κι επιτυχημένη απόπειρα παράλληλης καταγραφής των συναισθημάτων και από τις δύο πλευρές του διπόλου της ζήλιας. Πρόκειται για τις δύο όψεις μιας ιστορίας καθαρής ζήλιας ενός μικρού κοριτσιού προς τη νεογέννητη αδελφή του. Το παιδί που ζηλεύει ξεκινά την αφήγηση εκφράζοντας την δυσαρέσκεια και τα αρνητικά του συναισθήματα ήδη από το άκουσμα της έλευσης νέου μέλους στην οικογένεια. Το παιδί που υφίσταται την αρνητική συμπεριφορά περιγράφει πώς εκλαμβάνει τη στάση της μεγαλύτερης αδελφής, ανυποψίαστο για τη ζήλια και πάντα θετικά διακείμενο από την πρώτη κιόλας στιγμή. Η εναλλαγή των αφηγήσεων, το παράλληλο μοντάζ τους, δίνει στην ιστορία ρυθμό και υπογραμμίζει το πόσο διαφορετικά μπορεί να βιώσει κανείς την ίδια κατάσταση ανανόγως με τη θέση στην οποία βρίσκεται.

Η ιστορία έχει αφετηρία, κλιμάκωση και αναπάντεχη κορύφωση που οδηγεί στην αποδοχή και τελικά στην συμφιλίωση. Γλωσσικά το βιβλίο αποπνέει ζωντάνια και ειλικρίνεια χωρίς να μιμείται τη γλώσσα των παιδιών, έχει χιούμορ ενώ αποφεύγει τον διδακτισμό".

Διαβάστε το άρθρο/κριτική της Ελένης Κορόβηλα για το βιβλίο Λίνας Σωτηροπούλου


Βροχή, βροντή και κεραυνός...

Η βροχή έχει δύο αδέλφια που είναι μεγαλύτερά της. Τον κεραυνό που είναι ο πιο μεγάλος και τη βροντή. Τα τρία αδέλφια τρέχουν στον ουρανό και συνήθως ο κεραυνός, που είναι και ο πιο μεγάλος κερδίζει. Και τότε, γεμίζει ο ουρανός με φως, γιατί ο κεραυνός είναι όλος φτιαγμένος από φως.
Λίγο πιο πίσω του έρχεται η βροντή. Η βροντή δεν είναι φτιαγμένη από φως, αλλά από ήχο. Είναι αυτό το δυνατό μπουμπουνητό που ακούς πολλές φορές. Και λίγο πιο μετά έρχεται και η βροχή, η πιο μικρή από τα τρία αδέλφια. Και μετά και οι τρεις πιάνονται χέρι χέρι και χορεύουν. Πότε αστράφτει ο κεραυνός, πότε μπουμπουνίζει η βροντή και πότε πέφτει η βροχή.
Μπαμπάς και μαμά τους είναι τα σύννεφα. Τα σύννεφα κάνουν βόλτες στον ουρανό και όταν μαζευτούν πολλά μαζί κάνουν μια μεγάλη γιορτή. Οπως ξέρεις, όταν οι μεγάλοι κάθονται κάπου, τα παιδιά, συνήθως, τους βαριούνται και παίζουν μεταξύ τους. Ετσι, μαζεύονται πολλοί κεραυνοί, πολλές βροντές και πολλές βροχές, παίζουν, τρέχουν και περνάνε πολύ ωραία και, στο τέλος, μας κάνουν όλους μούσκεμα!
Ο κεραυνός, η βροντή και η βροχή έχουν παππού και γιαγιά. Παππούς τους είναι ο άνεμος και γιαγιά τους η θάλασσα. Ο άνεμος σηκώνει σιγά σιγά κύματα από τη θάλασσα και μερικά κύματα φτάνουν μέχρι τον ουρανό για να γίνουν με αυτό τον τρόπο τα σύννεφα.
Οπότε, παππούς και γιαγιά είναι ο άνεμος και η θάλασσα. Μπαμπάς και μαμά είναι τα σύννεφα. Και αδέλφια της βροχής, είναι ο κεραυνός και η βροντή. Να κλείσουμε τώρα τα παράθυρα μην μπει η βροχή μέσα και την ψάχνουν τ’αδελφάκια της;
 
Photo credit: Flickr / Neil Kremer


O Πρίγκιπας Πλουμιστός

Τόσο πολύ που τα έφερε στο παλάτι του και τους πρόσφερε όλες τις ανέσεις για να μένουν εκεί με έναν όρο, να μη χρωματίσουν τίποτα χωρίς τη διαταγή του. Τα Χρώματα στην αρχή ξεγελάστηκαν και πήγαν στο παλάτι μα όταν κατάλαβαν πως θα ζούσαν σαν φυλακισμένα προσπάθησαν να φύγουν. Ομως ο Πλουμιστός είχε βάλει φρουρούς να τα φυλάνε, μάλιστα τα βράδια πήγαινε ο ίδιος και διπλοτριπλοκλείδωνε τα δωμάτια των Χρωμάτων.
Το πρωί φώναζε το Κόκκινο να του βάψει τη μαρμελάδα φράουλα, το Κίτρινο να του χρωματίσει την ομελέτα, το Σταχί για το ψωμί. Μόνο ένα χρώμα, το Ασπρο είχε ξεφύγει από την παγίδα του Πλουμιστού και το Ασπρο είχε βάψει τα πάντα στο βασίλειο έξω από το πολύχρωμο παλάτι. Ολα τα λουλούδια ήταν άσπρα, οι παπαρούνες, τα τριαντάφυλλα, οι τουλίπες, τα ζουμπούλια, ακόμα και οι βιολέτες που επειδή ήταν άσπρες τις έλεγαν ασπρέτες. Οι καστανιές ήταν και αυτές άσπρες και τις έλεγαν ασπριές, οι λεύκες ήταν άσπρες, τα κυπαρίσσια είχαν ένα ασπρί χρώμα. Ολα ήταν άσπρα, σαν να είχε καλύψει τα πάντα το λευκό χιόνι. Μόνο το παλάτι ξεχώριζε με χρωματιστές ρίγες στους τοίχους και χρωματιστά τζάμια στα παράθυρα. Τα ρούχα του Πλουμιστού είχαν όποιο χρώμα μπορούσες να φανταστείς. Είχε πορτοκαλί παντελόνια, πράσινες κάλτσες, κόκκινους μανδύες, λιλά πανωφόρια, μπλε παπούτσια. Του άρεσε μάλιστα να φοράει πολλά χρώματα και να κάνει βόλτες στους κάτασπρους κήπους. Ηταν πολύ εύκολο για τους σωματοφύλακές του να τον προσέχουν, ήταν ο μοναδικός χρωματιστός άνθρωπος στο παλάτι και σε όλο το βασίλειο και τον ξεχώριζες από μακριά.
Μια μέρα πέρασε από το βασίλειο η νεράιδα Τριανταφυλλένια. Πραγματικά απόρησε με αυτό το ολόλευκο θέαμα που αντίκρισε, πόνεσαν τα μάτια της! Κάθισε κάτω από μια ασπριά να ξεκουραστεί και αυτή της εξομολογήθηκε τον πόνο της.
"Ολοι εδώ είμαστε άσπροι γιατί ο πρίγκιπας Πλουμιστός έχει κλείσει τα Χρώματα στο παλάτι και δεν τα αφήνει να βγουν" της είπε. Η Τριανταφυλλένια απόρησε και είπε πως ο Πλουμιστός είναι ένας πολύ εγωιστής πρίγκιπας και του αξίζει ένα καλό μάθημα.
Το ίδιο κιόλας βράδυ, λίγο πριν βγει ο ήλιος, μπήκε κρυφά στο παλάτι. Κοίμησε με το μαγικό της ξόρκι τους φρουρούς και τον πρίγκιπα Πλουμιστό και του πήρε τα κλειδιά από τα δωμάτια των Χρωμάτων. Επειτα ξεκλείδωσε μία μία τις πόρτες και τα Χρώματα ξεχύθηκαν βιαστικά έξω από τη χρυσή φυλακή τους.
Αμέσως έπιασαν δουλειά. Το κόκκινο και το ροζ έβαψαν τριανταφυλλιές, το μωβ τις τουλίπες, το βιολετί τις ασπρέτες που τώρα πια μπορούμε να τις λέμε βιολέτες, το κίτρινο έβαψε εκατοντάδες αγριολούλουδα και το κέντρο στις μαργαρίτες και τα χαμομήλια... Πολλή δουλειά έκανε το πράσινο βάφοντας τα φύλλα των δέντρων. Οταν έφτασε στα κυπαρίσσια του ζήτησαν να τα βάψει 2 φορές και έτσι έγινε αυτό το σκούρο πράσινο που λέμε κυπαρισσί. το καφέ έβαψε το χώμα, τους κορμούς και τα κλαδιά και όταν έφτασε στις ασπριές εκείνες του ζήτησαν να δώσει στους καρπούς τους ένα έντονο καστανό χρώμα και έτσι από τότε αυτά τα δέντρα τα λέμε καστανιές. Τα Χρώματα έτρεχαν γελώντας αφήνοντας πίσω τους χρωματιστά μονοπάτια. Πιτσίλισαν με τα χρώματά τους τις πεταλούδες αλλά εκεί που δυσκολεύτηκαν ήταν όταν τους ζήτησε ο ουρανός μια χάρη.
"Τόσα χρόνια άσπρος δεν θέλω να έχω ένα μόνο χρώμα. Μπορείτε σας παρακαλώ να με κάνετε σκούρο μπλε για την αυγή, γαλάζιο για την ημέρα και πορτοκαλί με κόκκινο στο ηλιοβασίλεμα;"
Τα Χρώματα δεν χάλασαν κανενός το χατήρι. Το Ασπρο, ευτυχισμένο έβλεπε τα αδέρφια του μετά από τόσον καιρό να κάνουν τον κόσμο στο βασίλειο χρωματιστό. Χάρηκε όμως πάρα πολύ όταν οι λεύκες δεν ζήτησαν να αλλάξουν το όνομά τους και είχαν γίνει και αυτές με καφετί κορμό και πρασινωπά φύλλα. Και χάρηκε το ίδιο όταν κάποια λουλούδια κράτησαν το λευκό τους χρώμα που τους πήγαινε τόσο πολύ.
Οταν ο πρίγκιπας Πλουμιστός ζήτησε να φάει το πρωινό του τον περίμενε μια έκπληξη. Το Κόκκινο δεν ήταν εκεί για να του βάψει την αγαπημένη του μαρμελάδα φράουλα. Ούτε κάποιο από τα άλλα Χρώματα ήταν εκεί. Ξαφνιασμένος κοίταξε προς τον απέραντο κήπο και τι να δει; Ολα τα Χρώματα ήταν μαζεμένα στη μέση του κήπου περιτρυγιρισμένα από πράσινα, κόκκινα, λιλά λουλούδια κάτω από έναν χαρούμενο και γαλάζιο ουρανό.
Ο πρίγκιπας Πλουμιστός κατάλαβε το λάθος του. Ακόμα και το πιο πολύτιμο πράγμα και αν έχεις, δεν αξίζει τίποτα άμα δεν το μοιράζεσαι με τους άλλους. Υποσχέθηκε πως ποτέ ξανά δεν θα φυλακίσει τα Χρώματα. Ετσι έζησαν αυτοί καλά εμείς καλύτερα και όλοι... πολύχρωμοι...
Photo credit: Flickr / Steven Gerner


Το καλύτερο βιολί του δάσους

Μια μέρα όλο το δάσος σηκώθηκε στο πόδι από τον καβγά του τζίτζικα με τον γρύλο. Ο καθένας έλεγε πως ήταν ο καλύτερος βιολιστής του δάσους και πως κάθε φορά που παίζει τη μουσική του, ο άλλος θα πρέπει να σωπαίνει.
Ο καβγάς ήταν τόσο δυνατός που τα πουλιά σταμάτησαν να κελαηδούν, οι λαγοί βγήκαν ανήσυχοι από τις φωλιές τους, οι νυφίτσες και τα ελάφια έτρεχαν με ανησυχία να δουν τι έχει συμβεί.
- Εγώ είμαι ο καλύτερος βιολιστής, έλεγε ο τζίτζικας δείχνοντας το φτερό του που έχει για βιολί και το πόδι του για δοξάρι.
- Τι μας λες; Εγώ είμαι ο καλύτερος βιολιστής, απαντούσε ο γρύλος.
Το σοφό ελάφι αποφάσισε πως δεν μπορούσε να συνεχιστεί για πολύ αυτό το πράγμα.
- Εγώ λέω να σταματήσετε να τσακώνεστε και να κάνουμε διαγωνισμό. Θα παίξει πρώτα ο τζίτζικας και μετά ο γρύλος και όποιος παίξει με το βιολί του καλύτερα και πάρει το μεγαλύτερο χειροκρότημα, αυτός θα είναι και ο νικητής, είπε το ελάφι και όλα τα ζώα συμφώνησαν.
Ο τζίτζικας και ο γρύλος συμφώνησαν και αυτοί και την επόμενη μέρα στην καρδιά του δάσους ξεκίνησε ο διαγωνισμός. Ολα τα ζώα είχαν μαζευτεί από νωρίς κάτω από τη μεγάλη βελανιδιά, όπου θα ανέβαιναν με τη σειρά πρώτα ο τζίτζικας και μετά ο γρύλος.
Ο τζίτζικας δεν έχασε καιρό και με επιδέξιες κινήσεις άρχισε να τρίβει το πόδι του στο φτερό-βιολί του. Τζιτζι τζι τζι τζι τζιτζι... Πέρασε το πρωί, ήρθε το μεσημέρι, άρχισε να φτάνει το απόγευμα και ο τζίτζικας έδωσε το μεγαλύτερο κονσέρτο που είχε δώσει ποτέ του. Οταν τελείωσε, το δάσος σείστηκε από τα χειροκροτήματα.
Ο τζίτζικας καμάρωνε. "Σίγουρα τέτοιο χειροκρότημα δεν θα πάρει ο γρύλος" σκέφτηκε...
Μετά ανέβηκε ο γρύλος στη βελανιδιά και άρχισε το δικό του τραγούδι. Τρι τρι τρι τριτριτρι τρι τριτρι τρι τρι... Το απόγευμα πέρασε, ο ήλιος πήγε για ύπνο, βγήκε το φεγγάρι και ο γρύλος έπαιζε με μαεστρία τη μουσική του. Οταν τελείωσε και πάλι το δάσος σείστηκε από χειροκροτήματα.
Τα ζώα κοιτάχτηκαν. Το ίδιο έκαναν και ο τζίτζικας με τον γρύλο. Κανείς δεν μπορούσε να πει ποιος είχε κερδίσει το μεγαλύτερο χειροκρότημα. Μήπως ήταν για το τζιτζίκι; Μήπως για τον γρύλο;
Τότε πήρε ξανά τον λόγο το σοφό ελάφι.
- Νομίζω πως είστε και οι δύο άξιοι και δεν σας παραβγαίνει κανένας. Σκέφτομαι λοιπόν το εξής. Το τζιτζίκι να παίζει μουσική την ημέρα και ο γρύλος το βράδυ. Ετσι και εσείς θα είστε ευχαριστημένοι γιατί δεν θα σας ενοχλεί η μουσική του άλλου και εμείς θα περνάμε τις μέρες και τις νύχτες μας ακούγοντάς σας.
Ολοι συμφώνησαν. Ο τζίτζικας και ο γρύλος έδωσαν τα χέρια και συμφώνησαν να μην ξανατσακωθούν ποτέ.
Από τότε, ο τζίτζικας παίζει μουσική με το φως της μέρας και ο γρύλος ξεκινάει τη δική του συναυλία μόλις σουρουπώσει. Καμιά φορά, μάλιστα, μπορεί να τους ακούσετε να παίζουν μαζί. Αλλά ποτέ πια δεν ξαναμάλωσαν, έγιναν δύο καλοί φίλοι...
Photo credit: Flickr / Bruno Przywitowski


Εξηγώντας τον ναζισμό σε ένα παιδί

Αυτός και οι λίγοι φίλοι του δεν ήθελαν οι άνθρωποι να είναι διαφορετικοί, ήθελαν όλοι να είναι ίδιοι. Ψηλοί, ξανθοί, με μπλε μάτια. Ήθελε όλοι να διαβάζουμε το ίδιο βιβλίο, όλοι να τρώμε το ίδιο φαγητό, να ακούμε όλοι την ίδια μουσική, να σκεφτόμαστε τα ίδια πράγματα όλοι. Οποιος ήταν διαφορετικός, πιο κοντός ή πιο σκουρόχρωμος, λιγότερο έξυπνος, που διάβαζε άλλα βιβλία, που σκεφτόταν άλλα πράγματα, τον έπιαναν και τον έβαζαν σε μια μεγάλη φυλακή και τον έβαζαν να δουλεύει όλη μέρα χωρίς φαγητό και χωρίς νερό.
Όταν τελείωσε με τον τόπο του πήρε τον στρατό του και πήγε σε άλλα μέρη και εκεί έκανε τα ίδια. Όποιος ήταν διαφορετικός, πήγαινε στη μεγάλη φυλακή. Μέχρι που οι άλλοι άνθρωποι δεν άντεξαν, δεν ήθελαν να τρώνε το ίδιο φαγητό, να λένε τα ίδια πράγματα, να διαβάζουν τα ίδια βιβλία. Και έγινε ένας μεγάλος πόλεμος. Πολλοί καλοί άνθρωποι πήγαν στον ουρανό για να νικήσουν τον κακό άνθρωπο. Στο τέλος τον νίκησαν. Τον έριξαν σε μια μεγάλη τρύπα, έριξαν τσιμέντο και μεγάλες πέτρες και ο κακός θα μείνει εκεί για πάντα. Αυτά έγιναν πριν από πολλά χρόνια. Από τότε οι άνθρωποι στα μέρη μας μπορεί να έχουμε τα προβλήματά μας, αλλά τουλάχιστον μπορούμε να σκεφτόμαστε, να διαβάζουμε, να τραγουδάμε και να λέμε αυτό που εμείς θέλουμε...
Πρωτοδημοσιεύθηκε στο protagon.gr στις 4.10.13
Photo credit: Flickr / Mark Heard