Για το 2019…

Για το 2000, το 2010, το 2020 οι προφήτες ως και στα τρία τέταρτα του 20ου αιώνα προέβλεπαν ιπτάμενα αυτοκίνητα, βάσεις στη Σελήνη και, ίσως, τηλεμεταφορές.


Αντ’αυτών έχουμε μέχρι στιγμής θεωρίες περί επίπεδης Γης, “κινήματα” αντι-εμβολιαστών και την κλιματική αλλαγή ως δαμόκλειο σπάθη πάνω από τα κεφάλια μας. Βασικά η κλιματική αλλαγή είναι το μόνο πράγμα που προστέθηκε πάνω από τα κεφάλια μας τις τελευταίες δεκαετίες, συγγνώμη, ξεχνάω τα drones, ενώ τα ιπτάμενα αυτοκίνητα έχουν κολλήσει σε κάποιο απροσδιόριστο τεχνικό μποτιλιάρισμα.


Εδώ που τα λέμε, ας μείνουν σχέδια στο χαρτί, έχουμε ακόμα πολύ δρόμο να διανύσουμε για να γίνουμε άνθρωποι πίσω από τα επίγεια οχήματα. Ομως η διάψευση των προφητών παραμένει διάψευση…


Κάθε 31η Δεκεμβρίου ακούγεται όλο και πιο συχνά το “να φύγει αυτή η χρονιά και να μην ξαναγυρίσει” αλλά και κάθε 1η Ιανουαρίου ακούγονται οι ευχές για έναν ωραίο και καλύτερο νέο χρόνο. Που, βεβαίως, αυτό δεν γίνεται αυτομάτως, θέλει δουλειά. Και λίγη τύχη, αλλά κυρίως δουλειά. Που πάει να πει πως πιθανόν να κλείσουμε την πόρτα και στο 2019 με την ίδια δύναμη που την κλείσαμε στο 2017 και κλείνουμε βεβαίως και στο 2018. Γνωρίζοντας βεβαίως πως δεν φταίει ο χρόνος.


Αλλά με έναν νέο χρόνο μπροστά και παρά του ότι ο κόσμος επιμένει να πηγαίνει προς το χειρότερο δεν μπορείς παρά να ευχηθείς για μια καλύτερη Νέα Χρονιά…


Κι όποιος είπε «και του χρόνου», θα εννοεί πως δεν τελειώσαμε φέτος


Σηκωμένοι υαλοκαθαριστήρες

Κινείσαι δίπλα στον διάδρομο τυφλών και τον ακολουθείς μηχανικά για να πέσεις πάνω στο εμπόδιο, το αυτοκίνητο που σταμάτησε “για δυο λεπτάκια” πάνω στη διάβαση. Μπορεί να είσαι πάνω σε ένα καρότσι ή να σπρώχνεις ένα ή να περπατάς μόνος, σημασία έχει το εμπόδιο.


Έχει και τα αλάρμ αναμένα, καλό σημάδι, δεν είναι κανένας γάιδαρος που κλειδώνει το αμάξι, βάζει τον συναγερμό και φεύγει. Τα αλάρμ μεταδίδουν το γνωστό στην πόλη ως “μισολεπτάκi”.   Ξέρεις πως είναι ψέμα, ένα προπέτασμα καπνού, το “μισολεπτάκι” είναι μια σχετική μονάδα χρόνου που ως σήμερα έχει καταπιεί εκατομμύρια ώρες. Βρίσκεις τον εαυτό σου να μονολογεί “ναπάλμ”, “νάρκη”,  “μπουρλότο”, σκέφτεσαι εκείνον τον Γερμανό που απηυδυσμένος από την αδιαφορία των οδηγών έκανε παρκούρ πάνω στα παράνομα παρκαρισμένα αυτοκίνητα. Α να, περνάει το όχημα της δημοτικής αστυνομίας, να τώρα κόβει θα σταματήσει λοιπόν. Οχι, έκοψε για τη διασταύρωση, το βλέπεις τώρα να χάνεται στο βάθος του δρόμου. 


Πλησιάζεις το αυτοκίνητο-εμπόδιο, σηκώνεις τον υαλοκαθαριστήρα. Η πιο ψιθυριστή διαμαρτυρία που μπορεί να υπάρξει στην πόλη είναι οι σηκωμένοι υαλοκαθαριστήρες.  Ένα “συγγνώμη που είμαι και εγώ εδώ” ειπωμένο όσο πιο χαμηλόφωνα γίνεται. 


Μετά βλέπεις αυτό το ταινιάκι.


https://vimeo.com/305471932


Μα είναι η βία απάντηση στη βία της αδιαφορίας;  Σηκώνεται πάλι ο ψηφιακός κουρνιαχτός στα δίκτυα για το αν η ταινία προάγει την αυτοδικία, τη βία του ενός εναντίον του άλλου. 


Ας δοκιμάσουμε μια άλλη ανάγνωση. Από την ταινία απουσιάζει -και μόνο στο τέλος κάνει την εμφάνισή της- η κρατική εξουσία, ο (αυτο)έλεγχος, η λογοδοσία. Καμία σχέση με τις παλιές ελληνικές ταινίες όπου δευτερόλεπτα μετά την έναρξη του καβγά εμφανίζεται από το πουθενά ένας αστυνομικός για να επιβάλει την τάξη.


Εδώ είναι ο ένας εναντίον του άλλου, είναι αυτοδικία στην αυτοδικία, είναι η περιγραφή μίας αστικής ζούγκλας.


Είναι μία προειδοποίηση πως η βία του μισόλεπτου θα βρει μια μέρα μπροστά της κάτι πιο επιθετικό και πιο βίαιο που θα απαντηθεί με περισσότερη βία.


Ο πιτσιρικάς που πρωταγωνιστεί στην ταινία, πολύ απλά, κουράστηκε να σηκώνει υαλοκαθαριστήρες και μπήκε στον φαύλο κύκλο της βίας που βεβαίως “καταδικάζουμε απ’ όπου και αν προέρχεται”. 


Και αν υπήρχε αστυνομικός στη σκηνή;


Με τα “αν” δεν γίνονται ταινίες, ούτε απελευθερώνονται διαβάσεις…


Δεν θέλω να πάω σχολείο

Εντάξει, κάθε αρχή και δύσκολη και έρχεται ο καιρός που κάθε κατεργάρης θα πρέπει να καθίσει στον πάγκο του, επίσης όλα κάποτε τελειώνουν και γενικά υπάρχουν δεκάδες φράσεις που ταιριάζουν με την έρημη την πρώτη ημέρα στο σχολείο ίσως και τη δεύτερη και την τρίτη.
Αλλά όταν το πιτσιρίκι σου λέει τη φράση που γνωρίζεις ήδη πως θα το σημαδέψει για όλη του τη ζωή γνωρίζεις πως δεν είναι καιρός για παροιμίες και για “οι σοφοί άνθρωποι λένε” και τα λοιπά. Καιρό πριν γίνεις γονιός ήσουν και εσύ παιδί. Και δεν ήθελες να πας σχολείο αύριο. Ίσως ούτε και τώρα θέλεις.
Τι μπορεί λοιπόν να απαλύνει τον… πόνο της πρώτης (δεύτερης, τρίτης κ.ο.κ.) μέρας στο σχολείο;
Μερικές ιδέες από την εμπειρία και τον περίγυρο.
Το σχολείο είναι ο χώρος σου μωρό μου. Δεν είναι οι δικοί μου φίλοι και γενικότερα οι φίλοι των μεγάλων, αλλά οι δικοί σου φίλοι, οι δικοί σου άνθρωποι και, πού ξέρεις, κάποιος από τους τωρινούς σου φίλους μπορεί να είναι δίπλα σου για πάντα.
Κάτι θα αγαπήσεις. Ναι, σύμφωνοι, η κάθετη διαίρεση είναι ένας μπελάς, στις μεγαλύτερες τάξεις μάλιστα παραμονεύουν οι εφαπτομένες και τα τριώνυμα, η Ιστορία είναι γεμάτη μισόλογα και για τα Θρησκευτικά ας μη μιλάμε καλύτερα. Το μάθημα της γλώσσας είναι και αυτό γεμάτο κανόνες και τώρα που το ξανασκέφτομαι, ναι, δεν έχεις λόγο να πας σχολείο, αλλά μέσα σε όλο αυτό το κουβεντολόι των μαθημάτων και τα κατεβατά των αριθμών είναι σίγουρο πως κάτι θα λάμψει μόνο στα μάτια σου, κάτι θα αγαπήσεις, από τις μπουρμπουλήθρες της σόδας όταν συναντιέται με το ξύδι, μέχρι τη διαφορά του “-αι” από το “-ε” ή τα χρόνια του Μινωικού πολιτισμού.
Σκέφτεσαι κάτι καλύτερο; Ολη μέρα στην τηλεόραση ας πούμε; Δεν το έκανες στις διακοπές σου και δεν θα το κάνεις ούτε τώρα γιατί κάποια στιγμή θα γυρίσεις και θα πεις την πιο βαριά λέξη που θα βρεις στο λεξικό: Βαριέμαι!
Να δεις τι σου’χω για μετά: Από μια βόλτα στη γειτονιά, μέχρι θερινό κινηματογράφο με την απαραίτητη προϋπόθεση - άγραφο νόμο κάθε γονιού: δεν του το έχεις τάξει.


Η καλή μανία των fidget spinners

 
Κανείς δεν είναι σε θέση να πει ποια είναι η χρησιμότητα των fidget spinners, αυτά που λέγονται περί καταπολέμησης του στρες είναι μάλλον μια άκομψη προσπάθεια να δοθεί κάποιος ρόλος σε αυτά τα ελικοειδή αντικείμενα.
Δικαίιως η τελευταία καταναλωτική τρέλα που κατέλαβε τον δυτικό κόσμο (και μαζί βέβαια και τον τόπο μας) αποτελεί παράδειγμα πετυχημένου marketing. Για πότε εμφανίστηκαν και για πότε πλημμύρισαν τον κόσμο και για πότε εμφανίστηκαν οι σχετικές υπερβολές, ούτε που το πήραμε χαμπάρι.
Μπορείτε, ίσως, να φανταστείτε τον διάλογο ενός περιπτερά με τον προμηθευτή του; Μπορεί να μπήκε κάπως έτσι:
- Τι είναι αυτά;
- Α αυτά είναι fidget spinners
- Και τι κάνουν;
- Τίποτα. Απλώς τα γυρίζεις
- Μόνο αυτό;
- Μόνο αυτό
- Ούτε μπαταρίες ούτε τίποτα;
- Τίποτα απολύτως
- Καλά. Βάλε μου 30 κομμάτια να δω πώς θα πάνε και βλέπουμε
Πάνω που αναρωτιέσαι για τη χρησιμότητά τους και για τι κάνουν τα παιδιά με δαύτα, γυρίζεις πίσω στα παιδικά σου χρόνια.
Τότε που μάζευες αυτοκόλλητα ποδοσφαιριστών και οι γονείς σου γκρίνιαζαν που έχει γεμίσει το σπίτι με αυτούς τους διαόλους και τα παλιο-άλμπουμ. Τι χρησιμότητά έχουν αυτά;
Τότε που μάζευες βώλους για να παίζεις στη γειτονιά και ήταν σχεδόν βέβαιο πως μια φορά την εβδομάδα θα τα άκουγες από την καλή και την ανάποδη που γυρίζεις ως τις νύχτες έξω και δεν ανοίγεις ένα βιβλίο και τι χρησιμότητα έχουν πια αυτοί οι παλιοβώλοι;
Τότε που μάζευες κάρτες αυτοκινήτων και αεροπλάνων και πάλι για να ακούσεις την κριτική του ποια είναι η χρησιμότητα όλων αυτών;
Ελα μπαμπά, παραδέξου το. Μας αρέσει να μαζεύουμε πράγματα, όχι στους μπαμπάδες, σε όλους μας, μάλλον τα αγόρια έχουμε λίγο πιο αναπτυγμένη αυτήν τη διάθεση, αλλά αυτό είναι αποτέλεσμα εμπειρικής παρατήρησης. Αν εξαιρέσουμε ίσως το θέμα του κόστους - πόαες φορές θα δώσεις 6 ή 8 ευρώ για ένα fidget spinner πια;- το να συλλέγουν τα παιδιά αντικείμενα για τα οποία είναι δύσκολο να τους βρούμε μια χρησιμότητα μετά από έξι μήνες δεν πειράζει κανέναν και, τέλος πάντων μπαμπά, τόση ώρα που μιλάς και μαζί παίζεις με το fidget spinner με έχεις ζαλίσει, φέρτο να το βάλω στο κουτί μαζί με τα άλλα. Ωχου πια!
 


Τα μπλουζ του Αυγούστου

Αν και η παροιμία λέει Αύγουστε καλέ μου μήνα, να’σουν δυο φορές τον χρόνο, υπάρχει η άποψη -που φαίνεται να έχει και επιστημονική υποστήριξη- που υποστηρίζει πως ο τελευταίος μήνας του καλοκαιριού προκαλεί ένταση και στενοχώρια παρόμοια με εκείνη της Κυριακής.
Σίγουρα αυτό δεν ισχύει για όλους, αλλά κάποιοι, ασχέτως ηλικίας, αντιμετωπίζουν τον Αύγουστο κάπως πιο στενάχωρα. Υπάρχει κόπωση από τις ζεστές ημέρες του καλοκαιριού, υπάρχουν ίσως κάποιες σκέψεις ενόψει της νέας περιόδου που ξεκινά, υπάρχει επιπροσθέτως ο Σεπτέμβριος που από την εποχή του σχολείου είναι το πραγματικό σημείο εκκίνησης μιας χρονιάς. Ο Ιανουάριος είναι μια ημερολογιακή κατασκευή, είναι μεν ο πρώτος μήνας του έτους αλλά είναι και ο δεύτερος του χειμώνα. Ο Αύγουστος όμως οριοθετεί ένα τέλος εποχής (κυριολεκτικά) και ο Σεπτέμβριος μπορεί να θεωρηθεί ως ο πραγματικός Ιανουάριος, η αρχή του χρονικού νήματος.
Παρόμοιες σκέψεις φαίνεται πως κάνουν αρκετοί και στις ΗΠΑ, όπου ψυχολόγοι παρατηρούν πως το καλοκαίρι, έστω και ασυναίσθητα, αντιμετωπίζεται από πολλούς ενήλικες ως μια περίοδος παρατεταμένων διακοπών. Η μεγαλύτερη διάρκεια της ηλιοφάνειας και -αν μιλάμε για την πατρίδα μας- η εύκολη πρόσβαση στις παραλίες ακόμα και τις καθημερινές για αρκετούς ανθρώπους εντείνει αυτή την αίσθηση.
Οπότε με τον Αύγουστο και ίσως στο δεύτερο μισό του, εκεί που αρχίζεις να συνειδητοποιείς πως ημέρα μικραίνει και πάλι, ακούς έστω και από μακριά ένα ραδιόφωνο ή μια τηλεόραση να μιιλάει για φορολογικές υποχρεώσεις και για ΔΕΘ, να σε πιάνει μια μελαγχολία.
Δεν θέλω να πικραίνεσαι, τις Κυριακές τα βράδια, λέει το τραγούδι - κάποιος άλλος στίχος σίγουρα θα γραφτεί για τα απόβραδα του Αυγούστου. Μπορούμε να δούμε και τη θετική του πλευρά, τα θερινά σινεμά είναι ανοιχτά τον Σεπτέμβριο και “μόλις” ο μισός μήνας είναι σχολικός με ό,τι σημαίνει αυτό για υποχρεώσεις παιδιών και γονιών, έχουμε λίγο καιρό πριν αρχίσουμε να σιγοτραγουδάμε κομμάτια σαν κι αυτό:


Καλοκαιριού εγκώμιο

Τα τζιτζίκια ας πούμε, παρεξηγημένα από τον “διδακτικό” μύθο του Αισώπου, αλλά αν σκεφτείς πως το καλοκαίρι είναι η μόνη εποχή του χρόνου με δικό της ήχο χάρη σε αυτά, θα τα ακούσεις με άλλο αυτί (και θα τα δεις με άλλο μάτι)

Το κύμα της θάλασσας, όπως βγαίνει στην άμμο και επιστρέφει ή, σε άλλες παραλίες, ανακατεύει τα βότσαλα πριν επιστρέψει πίσω, που εσύ ακολουθείς την αντίστροφη πορεία, πέφτεις μέσα της και αποτραβιέσαι

Τα γέλια. Των παιδιών ως επί το πλείστον. Δίπλα στη θάλασσα συνήθως, ή σε μια πλακοστρωμένη αυλή.

Κάποιος που μαγειρεύει, κυρίως χρώματα. Πράσινο και κόκκινο και μοβ και λευκό και λευκοκίτρινο. Μπριαμ και γεμιστά. Πιπεριές και ντομάτες. Κολοκυθάκια και μελιτζάνες.

Το νερό. Όπως φεύγει από το λάστιχο και πέφτει στην προηγούμενη πλακοστρωμένη αυλή, ένα μεσημέρι από αυτά που σκάει ο τζίτζικας.

Το φως τα βράδια. Ας είναι από το φεγγάρι, ας είναι από φακούς μέσα σε μια νύχτα, ή από μια αυτοσχέδια φωτιά σε μια παραλία ή το φευγαλέο φως που αφήνουν πίσω τους τα πεφταστέρια.

Το μαχαίρι στη φλούδα. Αυτός ο ξερός όλο υποσχέσεις δροσιάς ήχος που κάνει η φλούδα του καρπουζιού όταν υποχωρεί στην πίεση του μαχαιριού.

Το πεπόνι. Η νοικοκυρεμένη απάντηση της Φύσης στα αναρχικά κουκούτσια του καρπουζιού. Και εσύ στη μέση να ακροβατείς μεταξύ τάξης και αταξίας, μεταξύ κόκκινου και λευκοκίτρινου.

Το καλαμπόκι στη θράκα, όπως καψαλίζεται στις άκρες, σου καίει τα ακροδάχτυλα, εκεί απάνω του ανακαλύπτεις για πρώτη φορά πως και το αλάτι έχει μυρωδιά.

Το ροδάκινο. Υπάρχει μια χαρακτηριστική στιγμή που φωνάζει καλοκαίρι ίσως περισσότερο απ’ ο,τιδήποτε άλλο. Τα ώριμα κιτρινόσαρκα ροδάκινα, αυτά που στην πρώτη δαγκωνιά σε κάνουν να αναρωτιέσαι πού βρέθηκε τόσος χυμός και πώς θα τον διαχειριστείς τώρα έτσι όπως γέμισε το στόμα και βρίσκεσαι να φιλάς ένα ροδάκινο και ξαφνικά μια σταγόνα γλιστράει, ταξιδεύει με φόρα από τα δάχτυλα προς τον αγκώνα, αχ και τι θα κάνεις τώρα είναι ενοχλητική αυτή η σταγόνα που γλιστράει και κατευθύνεται προς τον αγκώνα,  αλλά εσύ έχεις βρεθεί να φιλάς ένα ροδάκινο και αυτό είναι ωραίο και λίγο γουρουνιά αν το καλοσκεφτείς έτσι όπως αρχίζουν και στάζουν τα ζουμιά γύρω, αλλά πόσο καλοκαίρι και σκέφτεσαι πως σε λίγα δευτερόλεπτα ο ήλιος θα τα έχει στεγνώσει όλα και εσύ θα κολλάς. Αλλά, ευτυχώς, θα τα λύσεις όλα με μια βουτιά στη θάλασσα που είναι δίπλα. Το καλοκαίρι η θάλασσα πάντα (πρέπει να) είναι δίπλα...

Photo credit:
Jake Givens


Να έχεις κάτι για να ζήσεις…

Απευθυνόμενος στον γιό του έχει γράψει ένα ποίημα, ίσως εξομολόγηση να είναι πιο σωστή περιγραφή, όπου ξεκινά με μια ερώτηση που τρία λεπτά αργότερα, στο τέλος,επαναδιατυπώνεται γιατί δεν υπάρχει ίσως καλύτερος τρόπος για να κλείσει αυτός ο δυνατός μονόλογος. Ξεκινά λοιπόν έτσι:

Ποιος είναι περισσότερο επικίνδυνος;
Εκείνος που δεν φοβάται να πεθάνει,
ή εκείνος που έχει βρει κάτι για να ζήσει;

Ομολογουμένως πρόκειται για εξαιρετική ερώτηση και λίγο πιο μετά, επαναλαμβάνεται στο δίλημμα ζωής-θανάτου κάπως διαφορετικά:

Θυμάμαι όταν του μίλησα πρώτη φορά από το τηλέφωνο, ήμουν σε μια παράσταση στο Τέξας και του είπα: Κάνω ό,τι καλύτερο μπορώ για να σε κάνω υπερήφανο
Πιθανότατα δεν είχε ιδέα για το τι έλεγα,
Αλλά απάντησε:
Σε αγαπώ
Και έκλαψα
Ζω
Εσύ μπορεί να μη φοβάσαι να πεθάνεις
Αλλά εγώ βρήκα κάτι για να ζήσω
Και αυτό είναι ένα επικίνδυνο κίνητρο

Η εξομολόγηση, ο μονόλογος, το ποίημα του Harold Green είναι κομμάτι της ιστορίας του Σικάγο, καθώς ο καλλιτέχνης το ερμήνευσε στην τελετή ορκωμοσίας του δημάρχου της πόλης, του Rahm Enanuel, το 2015, όπου το είπε έτσι:


Με την πλάτη στο “Σταύρος Νιάρχος”

Ο φωτογράφος Όλιβερ Κέρτις έχει δημοσιεύσει μια σειρά από φωτογραφίες σε γνωστά μνημεία εστιάζοντας όχι στα ίδια τα μνημεία αλλά στο τι βλέπεις αν γυρίσεις την πλάτη σε αυτά. Τι συμβαίνει αν πράξεις το ίδιο στην είσοδο του ΚΠΙΣΝ και γυρίσεις την πλάτη σου σε αυτό;
Δεν έχει νόημα να το δείξει κανείς φωτογραφικά, διότι το έχει δει σε δεκάδες άλλες περιπτώσεις. Αυτοκίνητα να εφορμούν επί των πεζοδρομίων μην αφήνοντας ούτε ελάχιστο χώρο για την ασφαλή διέλευση πεζών. Για γονείς με παιδιά στο καρότσι ή για ανθρώπους που κινούνται με αναπηρικό καρότσι ούτε λόγος να γίνεται.
Σε αντίθεση με το γνωστό δυστύχημα όπου αναπτύχθηκαν διάφορες απόψεις που έφτασαν ως και τις χυδαίες σκέψεις περί ταξικότητας, εδώ όλες οι τάξεις αρμονικά συνεργάζονται για να πετύχουν τον σχεδόν απόλυτο αποκλεισμό των πεζών από τα πεζοδρόμια, άρα και την ασφαλή πρόσβαση στον “Νιάρχο”. Από μικρά οχήματα πόλης έως αυτοκίνητα της μεγάλης κατηγορίας. Νομίζεις πως αν σηκώσεις drone θα δεις να σχηματίζεται ένα αλλόκοτο Tetris που θα ήθελε πώς και πώς να περικυκλώσει το ΚΠΙΣΝ. Επίσης, είσαι σίγουρος πως αν οι Street Panthers είχαν στήσει έναν πάγκο εκεί κοντά πουλώντας τα γαϊδουρο-αυτοκόλλητά τους θα είχαν ξεπουλήσει.
Εχουμε λοιπόν το εξής παράδοξο: Έλληνες παρκάρουν όπου να’ναι στον δημόσιο χώρο και καμαρώνουν έναν νέο χώρο για τον οποίο όμως ανησυχούν τι θα γίνει τώρα που πέρασε υπό δημόσιο έλεγχο. Εάν, δε, το Δημόσιο ασκήσει τις υποχρεώσεις του έναντι και των πολιτών και αρχίσει η Τροχαία να κόβει κλήσεις γύρω από το ΚΠΙΣΝ είναι μάλλο θέμα χρόνου να δούμε δημοσιεύσεις στα κοινωνικά δίκτυα για τους τροχονόμους που “αντί να κόβουν κλήσεις στον κοσμάκη που βγαίνει μια Κυριακή με το αυτόκίνητό του να χαλαρώσει, να πάνε να κόψουν κλήσεις στους εφοπλιστές στις Κηφισιές και τα Κολωνάκια”. ‘Ή κάπως έτσι. (Μια άλλη σκέψη: Το μετρό της Αθήνας είναι δημόσιος φορέας αλλά δεν έχει δείξει σημάδια παρακμής και το επίπεδο των παρεχόμενων υπηρεσιών είναι τουλάχιστον ικανοποιητικό - για τις απεργίες θα μιλήσουμε άλλη φορά)
Προσπαθείς λοιπόν να εξηγήσεις την αντίφαση αλλά επειδή δεν μπορείς, εξηγείς στο παιδί σου τη λεπτή και σχεδόν κομψή διαφορά μεταξύ χλιμίντζουρα και κάγκουρα. Κάγκουρας είναι αυτός με το φτιαγμένο όχημα και τη μουσική στη διαπασών, χλιμίντζουρας είναι αυτός που καβαλάει το πεζοδρόμιο λες και πρόκειται γαι συνέχεια του δρόμου. Κατάλαβες παιδί μου;


Ενα παιδί μετράει τα 80s

- Υπάρχει παιδικό εισιτήριο;
- Όχι, τα παιδιά μπαίνουν δωρεάν!
- Λογικό, δεν υπήρχαν άλλωστε τότε…
Στους εξωτερικούς χώρους της Τεχνόπολης και σε κοινή θέα η παρουσία της δεκαετίας του ’80 είναι καθαρά συμβολική και περιορίζεται σε ένα από τα πράσινα λεωφορεία του ΗΣΑΠ που εκτελούσε το δρομολόγιο Πειραιάς-Σύνταγμα. Για να είναι κανείς απολύτως ακριβής το συγκεκριμένο λεωφορείο δεν είναι απολύτως αντιπροσωπευτικό της δεκαετίας, αφού εκτελούσε δρομολόγια για αρκετό καιρό αργότερα ενώ κατασκευαστικά μάλλον ανήκει στη δεκαετία του ’70.
Ίσως αυτό να είναι το βασικό χαρακτηριστικό της δεκαετίας του ’80, να είναι δηλαδή μια περίοδος-γέφυρα, μεταξύ της (μετα)δικτατορικής δεκαετίας του ’70 και της πρώτης ευρωπαϊκής δεκαετίας του ’90 όπως τη σημαδότησε ίσως το πρώτο πακέτο Ντελόρ. Όμως πώς βλέπει τα πράγματα ένα παιδί;
Η στάση στους δίσκους των ViewMaster ήταν συντομότερη του αναμενομένου, διότι ανάλογα παιχνίδια υπάρχουν και σήμερα, αλλά εκεί που μπορεί ίσως να εντυπωσιάσεις ένα παιδί που γεννήθηκε στον 21ο αιώνα είναι στις παλιές τηλεοράσεις. Ή στην αναπαράσταση ενός τυπικού διαμερίσματος εκείνης της περιόδου με -πάλι- έντονα χαρακτηριστικά από προηγούμενες δεκαετίες. Στάση στο παιδικό υπνοδωμάτιο, στα περιοδικά και τις αφίσες στους τοίχους και στην πάνινη χακί τσάντα που ήταν το απόλυτο εναλλακτικό αξεσουάρ στη δύση της μαθητικής ζωής.
- Πω πω πόσο μικρή τσάντα! Τόσα λίγα βιβλία είχατε;
- … (άντε να εξηγήσεις ότι στην τσάντα έμπαιναν προς το τέλος ένα στιλό και δυο τετράδια και πως ο προορισμός δεν ήταν το σχολείο).
Το κοντέινερ με δείγματα από τα ηλεκτρονικά παιχνίδια της περιόδου αποτελεί επιτυχία που είναι ίσως συγκρίσιμη από την αναπαράσταση με Playmobil της επιστροφής του Ανδρέα Παπανδρέου από το Λονδίνο και το νοσοκομείο Χέρφιλντ.
- Και είχατε τέτοια παιχνίδια στο σπίτι;
- Όχι, πηγαίναμε σε μαγαζιά
- Και βάζετε λεφτά;
- Ναι, ένα δεκάρικο το παιχνίδι
-ΔΕΚΑ ΕΥΡΩ!!!!
- Όχι, όχι, 10 δραχμές.
Σε μία από τις αίθουσες θα βρεις τα κέρματα εκείνης της εποχής και θα μπορέσεις να εξηγήσεις. Περισσότερα λόγια όμως θα χρειαστείς να πεις για το κουτί από Pampers ή το τόπι υφάσματος της Πειραϊκής Πατραϊκής ή για τα πακέτα των τσιγάρων που εκείνη την εποχή δεν είχαν μηνύματα. Οι παλιοί υπολογιστές και οι φωτογραφικές μηχανές με φιλμ (“τι είναι αυτό το στρογγυλό;”), παιχνίδια και πρωτοσέλιδα της εποχής και το σημείο που ξεχωρίζουν όσοι έζησαν το σχολείο της εποχής. “Αυτό το είχα, αυτό το είχα, αυτό δεν το πρόλαβα, αυτό το πρόλαβα” είναι κουβέντες που ακούς εκεί που εκτίθενται σχολικά βιβλία εκείνης της εποχής. Παραδόξως (ίσως να κάναμε και λάθος όμως) δεν βρήκαμε κανένα από τα… τρισκατάρατα για τους καθηγητές μας λυσάρια.
Για ένα παιδί, μοιάζει επίσης παράξενο που εκείνη την εποχή υπήρχαν βιντεοκασέτες με τραγούδια των Metallica, δεδομένου πως η αφεντιά τους είναι ακόμα μαζί μας. Κάπου κάπου διασκεδάζεις λίγο όταν σε ρωτάνε τα παιδιά τι ήταν ο “γύρος του θανάτου” (σίγουρα δεν ήταν κάποιο κακό σουβλατζίδικο), πώς βλέπαμε ταινίες στο σπίτι, τι ήταν το ταξίμετρο, πώς πληρώναμε εισιτήριο, πώς παίρναμε τηλέφωνο όταν ήμασταν στον δρόμο και τι σήμαινε τότε να έχεις ένα τάληρο.
Πώς βγαίνεις από την έκθεση; Κάποιοι συγκινημένοι, οι περισσότεροι γελαστοί και κάποιοι χαρούμενοι που τελείωσε :-)


Μεγαλώνοντας…

Και έρχονται εκείνες οι στιγμές που σου δείχνουν πως μετράμε λάθος τον χρόνο
Θεωρείς πως οι 12μηνοι κύκλοι του χρόνου είναι εκείνοι που ορίζουν το “βήμα” της ζωής αλλά στο τέλος ο καθένας μας έχει τον δικό του κύκλο μέτρησης, τον δικό του βηματισμό.
Τόσος καιρός από το πτυχίο, τόσος από τον γάμο, τόσος από τον θάνατο ενός αγαπημένου προσώπου, τόσος από την πρόσληψη στη δουλειά, τόσος από τη γέννηση ενός παιδιού… Κάπως έτσι καταγράφουμε τον χρόνο και όταν το ξεχνάμε έρχονται τα πράγματα και στο θυμίζω.
Σαν εκείνη την ανυποψίαστη ανοιξιάτικη ημέρα που πρωτοπερπάτησε. Τίποτα εκείνο το πρωί δεν προϊδέαζε για μια τέτοια εξέλιξη, όμως έγινε
Ή όταν, λίγα χρόνια αργότερα, άλλαξε το πρώτο δόντι.
Γενικά τα “πρώτα” έχουν μια σημαίνουσα θέση στο ημερολόγιο του καθενός, αλλά μετά είναι και τα άλλα στιγμιότυπα, οι εκδηλώσεις του σχολείου, ένα τραγούδι που σιγομουρμουρίζει όλη την ημέρα και το άκουσε σε ένα ραδιόφωνο, οι ίδιες οι μουσικές επιλογές και η ευκολία που μπορεί να αλλάζει προτιμήσεις μέρα με τη μέρα. Τα μυστικά με τους φίλους έχουν περίοπτη θέση σε όλο αυτό. Θα πείτε και θα έχετε δίκιο πως όλα αυτά δεν θα έπρεπε να εκπλήσουν και σίγουρα έχετε δίκιο, μεγαλώνουμε εμείς, μεγαλώνουν και τα παιδιά μας. Αλλά το “μεγαλώνοντας” που είναι κάτι σαν θαύμα και αυτό, σε κάνει πολλές φορές να παίρνεις μιαν άκρη και να το χαζεύεις μη θέλοντας να κάνεις μία παρέμβαση που μπορεί τελικά να τα χαλάσει όλα… Μπορεί αυτό να είναι το σημαντικότερο που μπορεί να κάνει ο γονιός, να μη στέκεται στη μέση...
 
Photo credit: Craig Sunter