Home Daddy Talk Το τρίο τζιτζίκια και κάτι μέρμηγκες

Το τρίο τζιτζίκια και κάτι μέρμηγκες

by nikosmoumouris

Ηταν μια φορά ένας τζίτζικας που τραγουδούσε σκαρφαλωμένος σε ένα δέντρο στο κέντρο του δάσους. Ολη μέρα έπαιζε μουσική με το βιολί του τον άκουγαν και χαιρόταν τα ζώα του δάσους και οι περαστικοί. Μια μέρα βλέπει τον μέρμηγκα να κουβαλάει ένα μεγάλο ψίχουλο.
– Μέρμηγκα, δεν έρχεσαι πάνω να παίξουμε λίγη μουσική μαζί;
– Οχι τζίτζικα, έχω δουλειά δεν βλέπεις;
– Κάθε μέρα δουλειά έχεις, κάνε και ένα διάλειμμα.
– Οχι, σε λίγο θα έρθει ο χειμώνας και πρέπει να γεμίσω την αποθήκη μου φαϊ για το χειμώνα.
– Μα έλα σε παρακαλώ, τον ξαναπροσκάλεσε ο τζίτζικας.
Ο μέρμηγκας όμως αρνήθηκε και συνέχισε να σέρνει το ψίχουλο μέχρι τη φωλιά του. Ο τζίτζικας συνέχισε να παίζει μουσική και ο καιρός περνούσε. Γρήγορα ήρθε ο χειμώνας και ο τζίτζικας άρχισε να κρυώνει. Ο καιρός όλο και αγρίευε. Τα φύλλα από τα περισσότερα δέντρα είχαν πέσει και ο τζίτζικας δεν είχε πια τίποτα να φάει. Πεινασμένος και παγωμένος από το κρύο κατέβηκε μέχρι τη φωλιά του μέρμηγκα και χτύπησε την πόρτα. Ο μέρμηγκας φώναξε από μέσα.
– Ποιος είναι στην πόρτα;
– Εγώ, ο τζίτζικας. Κρυώνω και δεν βρίσκω τίποτα για φαγητό, μήπως έχεις να μου δώσεις κάτι να γεμίσω την κοιλίτσα μου;
– Ολο το καλοκαίρι έπαιζες μουσική και δεν είχες μυαλό για τίποτε άλλο. Τώρα, χόρευε! απάντησε ο μέρμηγκας χωρίς καν να ανοίξει την πόρτα.
– Μα, διαμαρτυρήθηκε ο τζίτζικας, εγώ είμαι μουσικός. Ολο το καλοκαίρι έπαιζα με το βιολί μου για να χαίρεσαι και εσύ και όλα τα ζώα του δάσους.
– Δεν με νοιάζει, δεν μου άρεσε άλλωστε ποτέ η μουσική σου, απάντησε ο μέρμηγκας.
Απογοητευμένος ο τζίτζικας έφυγε. Είχε αρχίσει να πιάνει βροχή και να μουσκεύει τα φτερά του. Παγωμένος, πεινασμένος και βρεγμένος περπατούσε στο λασπωμένο χώμα και συνάντησε λίγο πιο κάτω άλλους δύο τζίτζικες.
– Τι κάνετε παιδιά; Βρήκατε τίποτα να φάτε; τους ρώτησε.
– Πού τέτοια τύχη, απάντησαν αυτοί. Χτυπήσαμε την πόρτα στους μέρμηγκες εδώ λίγο πιο πάνω αλλά ούτε την πόρτα δεν καταδέχτηκαν να ανοίξουν.
Απελπισμένοι και τρεμουλιάζοντας από το κρύο συνέχισαν μαζί να ψάχνουν για φαγητό και για μια ζεστή γωνιά. Ξαφνικά, βλέπουν  σε ένα δέντρο, κάτω από ένα χοντρό κλαδί του μια χελιδονοφωλιά. Τα χελιδόνια είχαν φύγει μαζί με άλλα πουλιά του δάσους για πιο ζεστά μέρη. Οι τρεις τζίτζικες δεν το σκέφτηκαν και πολύ. Σκαρφάλωσαν και μπήκαν στη χελιδονοφωλιά. Για μεγάλη τους έκπληξη βρήκαν αρκετούς σπόρους, καθώς και πούπουλα που είχαν πέσει από τα πουλιά και, μάλλον, και από τα παιδιά τους. Τα μάζεψαν και έφτιαξαν ένα παχύ στρώμα και μια χοντρή κουβέρτα. Επιτέλους, λίγη ζέστη!Τσιμπολόγησαν λίγους σπόρους, μασούλησαν και λίγα φύλλα και περνούσαν τις μεγάλες νύχτες κάτω από την κουβέρτα μιλώντας για μουσική και για την αγαπημένη τους εποχή, το καλοκαίρι.
Το χοντρό κλαδί πάνω από τη χελιδονοφωλιά τους προστάτευε από τη βροχή και το χιόνι και έτσι οι τρεις τζίτζικες πέρασαν τον χειμώνα. Την άνοιξη τα χελιδόνια επέστρεψαν και μαζί και εκείνα που είχαν φτιάξει τη φωλιά. Φανταστείτε την έκπληξή τους όταν είδαν τους τζίτζικες κάτω από την πουπουλένια κουβέρτα.
– Συγγνώμη που μπήκαμε στο σπίτι σας, είπαν τα τρία τζιτζίκια με μια φωνή. Αλλά κρυώναμε και δεν ξέραμε πού αλλού να πάμε. Προσέξαμε πάρα πολύ και δεν κάναμε καμία ζημιά!
– Μα τι λέτε τώρα, απάντησαν τα χελιδόνια. Χαρά μας που μπορέσατε να βολευτείτε!
– Σας ευχαριστούμε πολύ, είπαν τα τζιτζίκα. Τώρα που έφτιαξε και ο καιρός δεν χρειάζεται άλλο να μείνουμε εδώ. Να, αν θέλετε, κρατήστε την κουβέρτα και το στρώμα για τα μωράκια σας όταν γεννηθούν.
– Ω μας σας ευχαριστούμε πολύ! Αλήθεια, όμως, πώς βρεθήκατε στη φωλιά μας; ρώτησαν τα χελιδόνια όλο περιέργεια.
Τα τζιτζίκια εξιστόρησαν την περιπέτειά τους και τα χελιδόνια στενοχωρήθηκαν πολύ με τους άκαρδους μέρμηγκες. Γρήγορα, χελιδόνια και τζιτζίκια έγιναν φίλοι. Εκείνο το καλοκαίρι, πέρασε με τα τζιτζίκια να παίζουν τα βιολιά τους νανουρίζοντας τα μωρά-χελιδόνια που είχαν γεννηθεί στο μεταξύ. Ολα τα ζώα και όλοι οι άνθρωποι χαιρόταν με τους ήχους της μουσικής, εκτός βέβαια από τους μέρμηγκες. Αυτοί συνέχισαν βέβαια να μαζεύουν προμήθειες για τους χειμώνες που τους περνούσαν όμως μόνοι, καθώς κανείς δεν ήθελε να έχει για φίλο του κάποιον που δεν φέρεται με συμπόνοια και κατανόηση.
Οσο για τζιτζίκια έγιναν γρήγορα διάσημοι για το πόσο όμορφα έπαιζαν βιολί και η φήμη τους εξαπλώθηκε στα γειτονικά δάση. Είναι εύκολο να βρεις πού είναι. Απλά, ακολούθησε τον ήχο της μουσικής τους, θα τους βρεις πάνω από τη χελιδονοφωλιά, χαρούμενους και γεμάτους όρεξη για να παίζουν μουσική για όλους μας.
Photo credit / Jason Samfield

You may also like

1 comment

Καλοκαιριού εγκώμιο – My Dad 25/07/2017 - 20:59

[…] τζιτζίκια ας πούμε, παρεξηγημένα από τον “διδακτικό” μύθο του […]

Reply

Leave a Comment