Τα ζώα του δάσους ταράχτηκαν πάρα πολύ όταν έμαθαν το επεισόδιο στο σπίτι της γιαγιάς της κοκκινοσκουφίτσας. “Αυτός ο λύκος όλο ρεζίλι μας κάνει” έλεγαν και ζήτησαν από τη σοφή κουκουβάγια να ορίσει δικαστήριο, να μαζευτούν όλα τα ζώα και να έρθουν και η γιαγιά, η Kοκκινοσκουφίτσα, ο ξυλοκόπος και, βέβαια, ο λύκος ως κατηγορούμενος, να δούμε επιτέλους τι συνέβη.
Μαζεύτηκαν όλοι στο μεγάλο ξέφωτο, όμως ο λύκος δεν ήταν πουθενά. Η κουκουβάγια είχε αρχίσει να χάνει την υπομονή της όταν από μακριά ο λύκος επιτέλους εμφανίστηκε. Ηταν να τον βλέπεις και να τον λυπάσαι. Με μαδημένη πλάτη, με το ένα του πόδι δεμένο με επιδέσμους, το κεφάλι του επίσης. Πιο αξιοθρήνητο κατηγορούμενο δεν μπορούσαν να θυμηθούν τα ζώα του δάσους. Της αλεπούς της ξέφυγε ένα “βρε τον κακομοίρη” αλλά μαζεύτηκε αμέσως όταν την κοίταξε βλοσυρά το αγριογούρουνο.
Πρώτη κατέθεσε η γιαγιά.
– Τι να σας πω, χτύπησε η πόρτα και σηκώθηκα ν’ανοίξω. Με το που είδα τον λύκο τρόμαξα, έβαλα τις φωνές και κρύφτηκα στην ντουλάπα. Μετά από λίγο άκουσα κουβέντες αλλά δεν ακούω και καλά, νομίζω η εγγονή μου η Κοκκινοσκουφίτσα ήταν που μιλούσε με τον λύκο. Ε, μετά άκουσα φασαρίες, πιάτα, ποτήρια να σπάνε και μετά η εγγονή μου ήρθε και χώθηκε και αυτή μέσα στην ντουλάπα. Μετά άκουσα την πόρτα ν’ανοίγει, μάλλον ήταν ο ξυλοκόπος, που περιποιήθηκε τον παλιολύκο και μας άνοιξε. Αυτά ξέρω…
Μετά μίλησε η Κοκκινοσκουφίτσα.
– Συνάντησα τον λύκο πηγαίνοντας για τη γιαγιά με το καλαθάκι που μου είχε δώσει η μαμά μου. Με ρώτησε πού πήγαινα και του απάντησα, αν και θα πρέπει να σας πω πως όπως τον είδα τρόμαξα λίγο. Οταν έφτασα στο σπίτι της γιαγιάς η πόρτα ήταν ανοιχτή. Τη συνέχεια, νομίζω, την ξέρετε. Ο λύκος είχε ξαπλώσει στο κρεβάτι φορώντας τη νυχτικιά της γιαγιάς αλλά δεν το κατάλαβα, νόμιζα πως ήταν η γιαγιά και όταν είπα “γιαγιά τι μεγάλο στόμα που έχεις” σηκώθηκε να με φάει. Ετρεξα και εγώ και μπήκα στην ντουλάπα. Μετά, τα πράγματα έγιναν όπως σας τα είπε η γιαγιά μου για τον ξυλοκόπο…
Υστερα ήρθε η σειρά του ξυλοκόπου.
– Ακουσα τις φωνές της γιαγιάς και της κοκκινοσκουφίτσας και έτρεξα να δω τι συμβαίνει. Βρήκα τον λύκο έξω από την ντουλάπα. Τον έπιασα από την ουρά και του έριξα δυο τρεις γερές ξυλιές στο κεφάλι και στην πλάτη με τη μαγκούρα της γιαγιάς. Θα τον έκανα χαλάκι για το σαλόνι αλλά μετά κατάλαβα πως κάποιος ήταν στην ντουλάπα και πήγα να ανοίξω. Ε, βρήκε τρόπο στο μεταξύ ο λύκος να ξεφύγει. Αλλά δεν ξεμπέρδεψα μαζί σου, είπε γυρίζοντας προς τον λύκο που ανατρίχιασε.
Τα ζώα παρακολουθούσαν με προσοχή και ψιθύριζαν μεταξύ τους πως ο λύκος δεν θα γλίτωνε την καταδίκη. Η κουκουβάγια μπορεί να τον υποχρέωνε να μαζεύει φρούτα για όλα τα ζώα του δάσους για έναν ολόκληρο χρόνο ή, ακόμα χειρότερα, να τον έδιωχνε από το δάσος.
Τότε, ήρθε και η σειρά του λύκου να απολογηθεί.
– Δεν ξέρω τι λένε η γιαγιά, η κοκκινοσκουφίτσα και ο ξυλοκόπος. Εγώ δεν ήθελα να φάω κανέναν. Κατ’αρχήν η γιαγιά είναι μεγάλη σε ηλικία και έχει σκληρό κρέας. Επειτα, ξέρω πόσο την αγαπάνε τα μισά ζώα του δάσους. Την Κοκκινοσκουφίτσα επίσης, άσε που είναι μια σταλιά άνθρωπος τι να φάω από αυτή…
– Και γιατί σταμάτησες την Κοκκινοσκουφίτσα όταν αυτή πήγαινε στη γιαγιά; ρώτησε η κουκουβάγια.
– Από ενδιαφέρον. Εκανε και κρύο εκείνη τη μέρα. Αλλιώς η Κοκκινοσκουφίτσα δεν θα φορούσε την κόκκινη κάπα της. Σκέφτηκα, λοιπόν, τι κάνει ένα κοριτσάκι μες στο δάσος μια τόσο κρύα μέρα. Από ενδιαφέρον ρώτησα, επανέλαβε ο λύκος.
Τα ζώα σταμάτησαν να σιγοψιθυρίζουν μεταξύ τους.
– Ωραία, έστω πως είναι έτσι. Στη γιαγιά γιατί όρμησες τότε;
– Δεν όρμησα, απάντησε ο λύκος. Κρύωνα και πεινούσα. Η κοκκινοσκουφίτσα είχε ένα καλάθι μαζί της και σκέφτηκα να κάνω παρέα στη γιαγιά μήπως μου δώσει κανένα μεζέ.
– Ναι αλλά την τρόμαξες.
– Δεν φταίω εγώ, αλλά κυρία κουκουβάγια δεν ήταν και η πρώτη φορά που μ’έβλεπε. Τόσα χρόνια ζει στο δάσος…
– Και τότε γιατί ξάπλωσες στο κρεβάτι φορώντας μάλιστα τη νυχτικιά της;
– Εντάξει, αυτό που έκανα ήταν λάθος. Οταν μπήκε η γιαγιά στην ντουλάπα είπα πως μπορεί να θέλει να μείνει εκεί, δεν ξέρω ακριβώς τι συνήθειες έχουν οι άνθρωποι, εγώ, λύκος είμαι. Εκανε ζέστη στο σπιτάκι, είδα τη νυχτικιά, κρύωνα ακόμα, τη φόρεσα και ξάπλωσα να δω τι είναι πια αυτό το κρεβάτι που όλο το ακούω και δεν το βλέπω. Και εκεί με πήρε ο ύπνος.
– Και μετά τι έγινε; ρώτησε η κουκουβάγια που είχε αρχίσει να ενδιαφέρεται όλο και πιο πολύ…
– Μετά κάποιος άρχισε να με σκουντάει. Εβλεπα και ένα ωραίο όνειρο πως έτρωγα μπριζόλες. Ανοίγω τα μάτια και βλέπω την Κοκκινοσκουφίτσα. Γιαγιά γιατί έχεις μεγάλα μάτια και γιατί έχεις μεγάλα αυτιά άρχισε να με ρωτάει. Είπα και εγώ πως έχω μεγάλα μάτια για να βλέπω καλύτερα και μεγάλα αυτιά για να ακούω καλύτερα μήπως και μ’αφήσει να κοιμηθώ πάλι.
– Και μετά; ξαναρώτησε η κουκουβάγια.
– Πρώτα πρώτα κυρία κουκουβάγια να ρωτήσω εγώ κάτι. Πρώτη φορά έβλεπε τη γιαγιά της η Κοκκινοσκουφίτσα και δεν ήξερε τι μάτια και τι αυτιά έχει; Πού το είχε το μυαλό της; Υποψιάζομαι στην πίτα που είχε στο καλαθάκι.
– Αστα αυτά και συνέχισε, του είπε αυστηρά η κουκουβάγια.
– Καλά καλά…. Ε, πάνω που έχει αρχίσει να με παίρνει και πάλι ο ύπνος στο μαλακό ζεστό κρεβάτι της γιαγιάς με ξανασκουντάει η Κοκκινοσκουφίτσα και μου φωνάζει μες στο αυτί: “Γιατί έχεις μεγάλο στόμα;” Εκεί δεν άντεξα, λύκος είμαι, “για να σε φάω” της απάντησα. Δεν ήθελα να τη φάω, να την τρομάξω ήθελα και να μ’αφήσει ήσυχο να τρώω τις μπριζόλες στο όνειρό μου. Τη συνέχεια την ξέρετε. Εβαλε τις φωνές, σηκώθηκα να την ηρεμήσω, τότε κατάλαβε πως δεν είμαι η γιαγιά και χώθηκε στην ντουλάπα τσιρίζοντας. Πριν προλάβω να καταλάβω τι γίνεται και πού εξαφανίστηκε, μπηκε ο ξυλοκόπος και με σακάτεψε στο ξύλο.
– Δηλαδή δεν ήθελες να φας τη γιαγιά;
– Οχι κυρία κουκουβάγια, κατ’αρχήν η γιαγιά δεν τρώγεται. Και έπειτα την αγαπάνε τα μισά ζώα του δάσους εδώ πέρα.
– Ούτε την Κοκκινοσκουφίτσα;
– Τι να χορτάσω κοτζάμ λύκος από ένα κοριτσάκι τόσο δα;
Τα ζώα άρχισαν και πάλι να μιλάνε μεταξύ τους. Μια βουή σηκώθηκε στο ξέφωτο. Ξεχώριζες σκόρπιες λέξεις “ο καημένος ο λύκος”, “ο φουκαράς ο λύκος”, τέτοια πράγματα. Η αλεπού, μάλιστα, είχε βάλει τα κλάματα από τη συγκίνηση. Μαζί της έκλαιγε και το αγριογούρουνο. Η κουκουβάγια έξυνε το κεφάλι της με αμηχανία. Τότε, μίλησε πάλι ο ξυλοκόπος.
– Νομίζω κυρία κουκουβάγια πως πρόκειται για παρεξήγηση. Είναι αλήθεια πως η Κοκκινοσκουφίτσα είναι πολύ μικρή για να θέλει να τη φάει ο λύκος. Εδώ που τα λέμε, τόσα χρόνια στο δάσος και εγώ, ποτέ δεν είδα τον λύκο να ορμάει σε άνθρωπο μεγάλο ή μικρό. Για τη γιαγιά, δεν ξέρω, αλλά για να το λέει ο λύκος… Εγώ νομίζω πως πρέπει να τον αθωώσεις κυρα-κουκουβάγια. Λόγω αμφιβολιών, που λένε… Και, ίσως, η γιαγιά να τον αφήνει πότε πότε τις κρύες  μέρες να κάθεται κοντά στη σόμπα. Μόνη της αυτή, μόνος του και ο λύκος θα κάνουν και λίγη παρέα. Οσο για μένα, είπε, γυρίζοντας στον λύκο, συγγνώμη βρε λύκε για το ξύλο που σου έριξα. Δεν το ήθελα….
Και έτσι, ο λύκος αθωώθηκε. Εφυγε από το δικαστήριο του δάσους παρέα με τον ξυλοκόπος που στον δρόμο τον κέρασε λίγο παστό, τη γιαγιά που τον κοίταζε και του’λεγε “είσαι αγριευτικός όμως τρομάρα σου” και γελούσε και την Κοκκινοσκουφίτσα που του χάιδευε την πονεμένη του πλάτη και του υποσχόταν πως την επόμενη φορά που θα βρεθεί στο δάσος θα του έχει δυο μπιφτέκια έκπληξη….
Photo credit: Flickr / Priscilla Santana